Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015



Λευκίμμη στο πράσινο
    Το φθινόπωρο μας 'κλείνει' το μάτι κι εμείς με τη σειρά μας στο νοτιότερο κομμάτι του νησιού των Φαιάκων. Τη Λευκίμμη.


Κείμενο: Ασπασία Μπέτα - Φωτ. Φωτεινή Μοίρα



Δεν είχαμε ξαναπάει στη Λευκίμμη για να γνωρίζουμε ομορφιές αλλά λέμε, "δεν μπορεί...Κέρκυρα είναι αυτή...κάτι θα'χει...!" Λεωφορείο πάλι, των δέκα ωρών απόστασης αυτή τη φορά και όπως πάντα με τις αποζημιώσεις του. Περνώντας τη μοναδικά καλαίσθητη (και κούκλα!) Ελλάδα φτάνουμε στην Ηγουμενίτσα και το φέρι-μπόουτ για τη μετάβαση στο νησί. Η Κέρκυρα, αναφέρει η Μυθολογία, πήρε το όνομά της από τη νύμφη Κέρκυρα, θυγατέρα του ποτάμιου θεού Ασωπού που ερωτεύθηκε ο Ποσειδώνας και την εγκατέστησε εκεί. Παράλληλα ονόματα δίνονται ως Σχερία, Φαιακία, Μάκρις κλπ. Ο Όμηρος κάνει τη δική του αναφορά στην "Οδύσσεια", όπου παρουσιάζει το νησί των Φαιάκων να έχει σπουδαίο πολιτισμό με τις αρετές της φιλοξενίας, της καλοσύνης και των τεχνών σε υψηλό βαθμό. "Ο Οδυσσέας", γράφει, "θαλασσοδαρμένος και κυνηγημένος από τον Ποσειδώνα βρίσκει καταφύγιο στην Κέρκυρα, πριν τα βάσανά του πάρουν τέλος και βρεθεί στην αγαπημένη του Ιθάκη".


    Η Λευκίμμη του προορισμού μας πήρε το όνομά της, κατά τον ιστορικό της αρχαιότητας Θουκιδίδη, από το ακρωτήριο Ασπρόκαβος του ανοιχτού αμμώδους χρώματος και του επιθέτου λευκός. Τη λευκή εντύπωση δηλ. που σχημάτιζαν οι από θαλάσσης ταξιδιώτες όταν αντίκριζαν τον Ασπρόκαβο, το νοτιότερο άκρο της Λευκίμμης και του νησιού. Ο Πτολεμαίος επίσης τη διασώζει με τη δωρική της προφορά "Λευκίμμα", καθώς στην Κέρκυρα μιλούσαν τη δωρική διάλεκτο.


    Τα σημαντικά ευρήματα στην ευρύτερη περιοχή της Λευκίμμης προσανατολίζουν στην ιδέα πως ο τόπος κατοικείτο από τα αρχαία χρόνια. Η κεφαλή της Αφροδίτης, τα θραύσματα αγγείων και οι πλίνθοι -κατόπιν συστηματικής αρχαιολογικής έρευνας-όπως και τα πολλά κεραμικά καθημερινής οικιακής χρήσεως που βρέθηκαν στη θέση Αϊ Ντριάς με έναν καλοδιατηρημένο κεραμικό κλίβανο, δείγμα μιας καλά οργανωμένης κοινωνίας με βιοτεχνική παραγωγή , που η κατασκευή του χρονολογείται στα ελληνικά χρόνια (3ος-2ος π.Χ. αι.) και η διάρκεια λειτουργίας του φθάνει μέχρι και τη νεώτερη βενετσιάνικη εποχή (Κατερίνα Κάντα, αρχαιολόγος).

Έκτοτε, έως και τα μέσα του περασμένου αιώνα οι περαστικοί 'μνηστήρες' και κατακτητές άφησαν ήσυχο το ελληνικό νησί στο πράσινό του και τη Λευκίμμη του Ιονίου να αφουγκράζεται την πιο βαθιά θάλασσα της Μεσογείου.

 Κατέχει την έκταση των 50.819 τετραγ. χλμ., τον πληθυσμό των 6.704 κατοίκων (απογραφή 2001) και τα δύο δημοτικά διαμερίσματα των Βιταλάδων και του Νεοχωρίου. Το λιμάνι της επικοινωνεί με την πόλη της Κερκύρας, την Ηγουμενίτσα, την Πάργα και τα Σύβοτα. Στη Λευκίμμη του Δήμου Κερκύρας ανήκει και ο Κάβος, η πλέον ονομαστή τουριστική περιοχή από το 1985 και 'αιμοδότης' του Δήμου.
Η 'καλή' μέρα ξεκινά από τη νύχτα, κι αφού φτάσαμε βράδυ, αμολιόμαστε στην αρτηρία του Κάβου που 'ντύνεται' Εγγλέζα. Μπυραρίες, τσίτα μουσικές όλοι, γκόου-καρτς, ταύροι κουνιστοί και πλαστικοί για παιχνίδια, πιώματα, 11 ιατρεία σε επιφυλακή, ζωντάνια και
συντροφιά εν τέλει στην εφηβική κοσμοσυρροή της Γηραιάς Αλβιώνας. Μικρή γεύση για ξύπνημα και μεγάλος ύπνος κατόπιν για μας, στην προετοιμασία του 'διαβάσματος' της προσφοράς.
Στου Αρκουδίλα, περιοχή με το κτιριακό συγκρότημα της Παναγίας του Αρκουδίλα, η οποία σύμφωνα με το έγγραφο του ΙΑΚ έχει το επίθετο "Ελεούσα". Το μεγαλύτερο μέρος της είναι γκρεμισμένο ενώ σώζεται το καμπαναριό με την αναγραφόμενη χρονολογία 1710. Βρισκόμαστε σε υψόμετρο (περίπου) 150 μέτρων με τα γκρεμά του και τη θέα των ακτών της Ηπείρου ανατολικά και των Παξών νοτίως. Κατεβαίνοντας το λόφο συναντάμε μία τεχνητή λίμνη που μαζεύει το βρόχινο νερό γα το πότισμα των καλλιεργειών και την αυτοφυή βλάστηση, τα υδροχαρή ζιζάνια. Κάνει ζέστη πολύ και λαχταράμε τη βουτιά αλλά φοβόμαστε κιόλας το βάθος των 15 μέτρων της λίμνης, που είναι ψιλοβρώμικη.

Μεταβολή λοιπόν στον μεσημεριάτικο ήλιο τον σκληρό, ο οποίος γίνεται ακατάλληλος της φωτογραφίας αλλά σύμμαχος της διαμαρτυρίας. Η πείνα 'φτάνει' στ'αυτιά, με επερχόμενο ρηλάξ και ανασύσταση στο γνωστό ηλιοβασίλεμα.


    Οι Βιταλάδες της επόμενης ημέρας τολμάμε να πούμε ότι διαθέτουν (μακράν) την ωραιότερη παραλία του νότου που βρισκόμαστε, τον Γαρδένο, μήκους (περίπου) 2 χιλιομέτρων, με σκούρα αμμουδερή απλωσιά 'δεμένη' άψογα στο ιδιαίτερα τυρκουάζ χρώμα του Ιονίου. Συνεχίζοντας με τα πόδια ή το δίτροχο παπί την περιήγηση, τα μάτια μας 'γλείφουν' επιδερμικά τις εικόνες των χωριών Δραγωτινά και Σπαρτερά του Νεοχωρίου. Οι χωριανοί είναι ολίγον απόκοσμοι αλλά ταυτόχρονα 'σ'ακουμπάνε', δεν θέλουν απαθανατήσεις...όμως το χαμόγελο σώζει. "Από που είστε;" ρωτάνε όλοι. "Από τον Πειραιά και την Αθήνα", απαντάμε αμφότερες. ¨Μη μας ξεχνάτε...", λένε με τη σοφία της ταπείνωσης στα μάτια τους και προσφέρουν νερό εμφιαλωμένο, διότι το ντόπιο δεν πίνεται. Κακό και σκληρό, χρειάζεται αφαλάτωση...και όνειρα καθώς Θα γίνουν φράγματα στο βορρά και το μέσον του νησιού, με ένα μεγάλο εργοστάσιο αφαλάτωσης στο Νεοχωράκι...και στο μέλλον! 

Το έδαφος της Λευκίμμης είναι γόνιμο ελαφράς μηχανικής σύστασης, δηλ. αφράτο της πλειοκαινικής περιόδου (σ.σ. Κυανή μάργα και άργιλος), με την παντελή έλλειψη πέτρας. Οι βροχοπτώσεις του χειμώνα είναι κατά πολύ ανώτερες του αντιστοίχου μέσου όρου της Μεσογείου, έτσι ώστε να συντηρείται το πολύ πράσινο της περιοχής κατά τις περιόδους ξηρασίας του καλοκαιριού. Αρκετά μεγάλες εκτάσεις καλύπτονται από αυτοφυή δενδρύλλια και θάμνους, όπου βλασταίνουν η κουμαριά, το πουρνάρι, οι αγραπιδιές (άγριες αχλαδιές), οι μυρτιές, το ρείκι, οι άγριες ελιές κ.α. Επίσης, υπάρχει ποικιλία αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών: Γλυκόριζα, θυμάρι, μέντα (φλισκούνι στα κερκυραϊκά), παπαρούνα, μάραθο κ.α. Οι ελαιώνες καλύπτουν μία μεγάλη έκταση της Λευκίμμης και η φύτευσή τους ξεκίνησε το 1565, επί Ενετοκρατίας.

Οι ποικιλίες της ελιάς αφορούν στη λιανολιά την πρικολιά και τη χοντρολιά, που είναι κυρίως βρώσιμη. "Οι νέοι", λέει ο νεώτατος γεωπόνος Νίκος Κοτινάς, "παρατούν το λάδι και το κρασί που είναι πρωτογενής τομέας και ηλιοκαιόμενος και πάνε στον τριτογενή του τουρισμού, τον δροσερό. Παλιά οι αμπελώνες υπήρχαν σε μεγάλες εκτάσεις και τώρα τείνουν να εξαφανιστούν. Μία ξεχωριστή ποικιλία είναι του κακοτρύγη που τρυγιέται πολύ δύσκολα, αλλά δίνει εκπληκτικό άρωμα στο κρασί. Δεν υπάρχει εκσυγχρονισμός στις καλλιέργειες και τα μέσα είναι παραδοσιακά: τσαπί, κοπριά και χέρια". Και μέση.


    Αφήνοντας τη χλωρίδα μαθαίνουμε για τις επισκέψεις των αποδημητικών φλαμίγκος, των κύκνων, όπως και για τα κοτσύφια, τις μπεκάτσες, τις τσίχλες, τις καρακάξες κ.α. Φίδια παντού -το'χουμε υπ'όψιν μας συνέχεια!- με λίγες οχιές συν τους λαγούς, τα αιγοπρόβατα και τα πολλά κατοικίδια.

Τελευταία αφήνουμε την περιοχή των Αλυκών, στην παραλία της οποίας λειτουργούσε άλλοτε η μεγαλύτερη επιχείρηση εξορύξεως άλατος των Βαλκανίων. Στις αναπαλαιωμένες εγκαταστάσεις δεσπόζουν οι ενετικές αποθήκες, το κτίριο του διοικητηρίου με τους γύρω χώρους και το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη.


    Η ανησυχία μας -απ'την άλλη- έχει κορυφωθεί με την απουσία των πανοραμικών λήψεων, λόγω της μη πρόσβασης. "Το καλό το παλληκάρι όμως...", όπως είναι ο τοπικός άρχοντας που συνεργάζεται με τον αεραθλητικό
σύλλογο του νησιού και κατεβάζει μηχανοκίνητο αετό με πτητικό κινητήρα 500cc, για το διθέσιο της αεροφωτογράφισης! Η συγκίνηση της πτήσης αδυνατεί να εκφραστεί με λόγια, καθώς είναι φτωχά. Ο πιλότος πατάει στη γη μόνο για τη στιγμή που θα πετάξει, κι εμείς με το χαμόγελο-τατουάζ προσγειωνόμαστε στις Αλυκές.

    Η κυριαρχία της Βενετίας μπορεί να έληξε το 1797, όμως μέχρι σήμερα το νησί αποπνέει μία ατμόσφαιρα ιταλική. Είναι ελαφρώς τραγουδιστός ο λόγος τους, κάθε οικογένεια γεννάει τραγουδιστές και οργανοπαίκτες, έχουν μία ελεγκάντσα στο ντύσιμο και γλυκιά τρέλλα στο μυαλό. Φιλόξενοι και χαλαροί, ψιλοπαραπονιάρηδες και σέξυ. "Βενετσιάνικες επιρροές συναντάμε επίσης στην αρχιτεκτονική, στη δομή της παλιάς κερκυραϊκής πόλης, στις τοπικές ενδυμασίες με το πορφυρό χρώμα, στα έθιμα και τη μουσική παράδοση", συμπληρώνει ο πολιτικός επιστήμονας Γιώργος Πανδής.


    Αποχωρώντας από την ηλιόλουστη Κέρκυρα πετάμε στα άσπρα σύννεφα της επιστροφής και των νωπών ενθουσιασμών ενώ μπαίνουμε στα μαύρα νέφη της Αττικής, στα κενά τ'αεροπλανικά, τις καταιγίδες και τα σταυροκόπια. Το Ελ Βενιζέλ θυμίζει στρατιωτικό -βρεγμένο- αεροδρόμιο κι από το παράθυρο του λεωφορείου χάσκουμε την πλημμυρώδη κατάσταση της παραλιακής, σαν να βρισκόμαστε στην Ασία και βλέπουμε τσουνάμια. Τι καιρός! Μον Ντιέ.-    










































 




























 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου