Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015



«Ο ζωγράφος», το Κακοπαιδίον



(Το παρακάτω μυθιστόρημα προέκυψε τυχαία και ανώνυμα στο περιοδικό μας. Είναι ολίγον χιουμοριστικό, αληθοφανές και σέξυ. Απολαύστε το.)



    Χουχούλιαζε από πολύ μικρός μέσα στα σκέλια της γιαγιάς του, που έτυχε να είναι όμορφη θερμή γυναίκα και με αρχέγονη κρίση.
Δέκα χρονών ο Αναστάζης και εκδήλωνε το μοναδικό του πρακτικό χάρισμα: Την ικανότητα να κλέβει. Μετά από κάθε τέτοια πράξη, με συστολή και τρέμοντας ολόκληρος χωνώταν κάτω από τις φούστες της γιαγιάς του και αφού ρουθούνιζε και κουνιώταν κι αναταραζόταν, ησύχαζε.

 ---Μπρέ! Καυλοπαιδίον τι έκαμες πάλιν; τον ρωτούσε αυτή, που ως να ησυχάσει τη ζέσταινε εκεί, κι αυτός οσμιζόταν τα βρακιά της που μύριζαν τσίκνα και κάτι άλλο απροσδιόριστο του φαινόταν κι αρκετά διεγερτικό.
    Η νόννα του ήταν πενήντα χρονών γυναίκα και συχνά συνουσιαζόταν με το σύζυγό της που ήταν ο θεοπάλαβος καφετζής της περιοχής. Ο γιός του ξενιτεύτηκε γιατί τον άφησε η γυναίκα του κι ο Αναστάζης έμεινε αμανάτι στους παππούδες.

Ο Αναστάζης με χίλια ζόρια τελείωσε το δημοτικό κι έπειτα τον έβαλαν δίπλα σ’ένα μπογιατζή καλό στη δουλειά του, αλλά ο μικρός γρήγορα τον ξεπέρασε και στα δεκαοχτώ του ήταν περιζήτητος, μάλιστα του κολλήσαν το παρανόμι ‘ο Ζωγράφος’, τόσο καλά και τέλεια έκανε τη δουλειά του. Το χούϊ χούϊ, βέβαια: Κλεψιά και αναζήτηση ηδονής εν συνεχεία.
Ήταν περιζήτητος πια στα ‘καλά τα σπίτια’, κι αυτός όταν έβλεπε αντικείμενα αξίας γύρω και θηλυκά ολόγυρα έκαμε τα ανεκδιήγητα σχέδιά του, εφ’όσον τον βόλευαν, ειδ’αλλιώς καλή ήταν και της γιαγιάς του η αγκαλιά, αν και αυτή από καυλοπαιδίον τον έλεγε ‘παιδίον ασυλλόγιστον’, τώρα πλέον.
Ο Αναστάζης πάντα κάβλωνε όση ώρα σαβούρωνε, τα τρία τέσσερα λεπτά εκείνα κι έπειτα γαμούσε ό,τι έβρισκε μπροστά του, όπου του καθόταν, όποιας ηλικίας.
    Περνώντας τα χρόνια είχε επιστρέψει στο σπίτι κι ο πατέρας του από τη ξενητειά, κι όλοι ανησυχούσαν γιατί αυτό το ‘παιδίον’ δεν θέλει να παντρεφτεί κι ο πατέρας του ήταν πια ένας ‘τσέτλεμαν’ που είχε μετατρέψει τον καφενέ του δικού του πατέρα σε Μπαρ, απορούσε κι αναρωτιώταν τι στο καλό έχει μέσα εκείνο το κατακλειδωμένο σεντούκι στο δωμάτιο του γιου του και που κανείς ποτέ δεν είχε δει το κλειδί του.

--- Mother, εσύ που είσαι in touch μαζί του, γιατί δεν τον ρωτάς και δεν του παίρνεις κουβέντες από το στόμα του; ρωτούσε τη μάνα του με τα ελληνικά του τα μοντέρνα, που αυτή πάνω-κάτω αντιλαμβανόταν.
--- Κι εγώ γραία γυναίκα, που να ξέρω…; απαντούσε αυτή, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια και πίεζε το κλειδί του σεντουκιού στο στέρνο κρεμασμένο που έκρυβε, σαν τις αμαρτίες της, τα καμώματα του εγγονού.
    Ο εγγονός στο μεταξύ είχε μεγαλώσει ο άνθρωπος, φυσικό είναι, ήταν πια τριάντα χρονώ: Δούλευε, έκλεβε, γαμούσε κι από ‘δω παν’ κι άλλοι. Κι οι γυναίκες, θέλεις με τη θέλησή τους, θέλεις λίγο εκβιαστικά, λίγο με τη γοητεία του αρσενικού καλόβολου γενικά κι αόριστα, ήταν όλες ευχαριστημένες. Στο τέλος καμμιά δεν είχε παράπονο δεδομένου πως δεν έπαιρναν και είδηση τις μικροκλοπές του.
Όμως, μία κυρία που της είχε καταβάψει το εξοχικό, τρεις ολόκληρους μήνες πάλευε και τελειωμό δεν είχε, τον έχωσε φυλακή η «χιλιογαμημένη απατεώνισσα», όπως τη κατονόμασε στη δίκη.

    Πριν μήνες τον πήρε τηλέφωνο ο σύζυγός της: «Κύριε Αναστάζη, έμαθα πως είσαστε καλός τεχνίτης, εγώ είμαι ο τάδε, έμπορος-εισαγωγέας, εργαλεία κι άλλα μαραφέτια, δεν έρχεστε να ρίξτε μιά ματιά στο εξοχικό μου; Τώρα το τελείωσα, χρήζει βαψίματος, αν και το’χω κιόλας επιπλώσει γιατί ερχόμαστε το χειμώνα με την κυρά».
--- Που ακριβώς πέφτει το εξοχικό σας; Και ποιός θα με επιτηρεί εμένα;
(Σιωπή… πρώτη φορά άκουγε ο νεόπλουτος έμπορας μπογιατζή να θέλει επιτήρηση).
--- Μόνος σου εργάζεσαι, δεν έχεις βοηθούς; Φοβάσαι τους Αλβανούς;
--- Βρε χέσε τους Αλβανούς, αγρίεψε ο Αναστάζης…
--- Καλά-καλά κατάλαβα, εγώ βέβαια δεν μπορώ να έρχομαι αλλά θα σου στέλνω συχνά-πυκνά τη βοηθό της γυναίκας μου να σε περιποιείται, αυτό θα εννοείς, κατάλαβα, για κανέναν καφέ, κάποιο τοστάκι, καμμιά φασολάδα…
--- Ο καφές και το τοστάκι μ’ενδιαφέρουν κι η …ναι, τη φασολάδα φα’τηνε εσύ και μη με πρήζεις γιατί μπορεί και να μην αναλάβω τη δουλειά. Φαντάζομαι θα το’χετε βρωμίσει κιόλας, μα μένει κανείς σε άσπριστο σπίτι;
«Καλά-καλά αγάπη μου», είπε ο έμπορος που επαναλάμβανε ό,τι άκουγε από τη γυναίκα του που ήταν όπως είχε πει ο διευθυντής του, ‘πολύ τρέντι γυναίκα’.

 Έπειτα, αυτός ο συγκεκριμένος, είχε μάθει πως ήταν και φτηνός και καλός τεχνίτης, τον ενδιέφερε περισσότερο το ‘φτηνός’. Να βγάλει τουλάχιστον ένα κέρδος, γι’αυτά όλα τα έρημα κοσμήματα της γυναίκας του που σταματημό δεν είχε η αγορά τους. Της είχε αδυναμία όμως τόση, όση δεν του είχε αυτή. Κάθε φορά που την κουτούπωνε, σπάνια κι αυτό, γιατί κι αυτός δεν ήταν κανένας σπουδαίος γαμιάς, έπρεπε πρώτα να της φέρει το κομμάτι το χρυσάφι κι έπειτα να πει το ναι. Πριν καλά-καλά τελειώσει κι έχει το πολυπόθητο ‘επαρκές χύσιμο’  (έτσι είχε πει ο γιατρός, δεν φτάνει μόνο να… αλλά χρειαζόμαστε και μία τουλάχιστον κανονική ποσότητα), πριν λοιπόν φτάσει σ’αυτό το ευτυχές αποτέλεσμα, η άλλη του ψιθύριζε στ’αυτί: Τι μου έφερε αυτή τη φορά το μαραμένο μου λουλούδι; Ρωτούσε, λες και δεν το είχε δει το κόσμημα.
    Τέλος πάντων ξεκίνησαν ένα πρωί, Άνοιξη ήταν, μια χαρά η εξοχή, ο έμπορος μπροστά με την υπηρέτρια και πίσω ο Αναστάζης, εντύπωση του έκανε αυτή η παρατυπία, οι άντρες πάνε μπροστά στ’αμάξια, το γυναικομάνι πίσω και μάλιστα υπηρετικό προσωπικό. Είναι αλήθεια, πάντως, πως η κοπέλα ήταν καλό πράμα και ξένη, βολική κι εύκολη υπόθεση, συλλογίστηκε ο Αναστάζης καπνίζοντας αρειμανίως, αν και έλεγε μια ταμπελίτσα εκεί στη δεξιά πόρτα: «no smoking φιλάρα». Με χρυσά γράμματα σε χρυσή κορνιζούλα. 

Παραγγελία του ιδιοκτήτη, όταν αγόρασε το γκαμπριολέ που ο Αναστάζης σιχαινόταν το χρώμα αυτό το γκριζομπέζ, να το είχε αυτός θα το’χε μόνος του βάψει πορτοκαλί να βγάζει μάτι.
Μ’όλες αυτές τις βαθειές σκέψεις και τα ψιθυρίσματα των άλλων δύο μπροστά φτάσανε στο εξοχικό, μέσα στην ερημιά και το κατσάβραχο κι η θάλασσα ‘κανα χιλιόμετρο μακρυά, πέρα στο βάθος. Το μόνο θετικό είναι πως ήταν επιπλωμένο.
--- Χαράς τη μαλακία, πήγες κι έδωσες τόσο χρήμα γι’αυτήν την εξορία του Αδάμ αφεντικό, χάθηκε ‘κανας τόπος με τη θάλασσα στα πόδια σου και πεύκα δίπλα;
--- Ακριβώς αυτό που είπες, χάθηκαν, τίποτα δεν απόμεινε, απάντησε σοβαρός ο έμπορος. Άντε πάμε να δεις το κτίσμα. Α, να σου συστήσω: Η Βάντα από ‘δω εξ Ρουμανίας, αρραβωνιασμένη μετά του Πέτια, υπόψη μας ε, χα χα!
Φορούσε ένα φόρεμα κλαρωτό αρκετά τολμηρό κατά τον Αναστάση, στρουμπουλή αφράτη σαραντάρα, και χεστήκαμε που είναι αρραβωνιασμένη, της έδωσε το χέρι κι από το σφίξιμο αυτός κατάλαβε πως η Βάντα το «πάει το γράμμα».

--- Χαίρω πολύ κυρία μου, της είπε με νόημα και πήρε το μάτι του, τον έμπορα που στραβομουτσούνιασε, κατάλαβε πως ο έμπορος πηδούσε τη Βάντα και σιγά μην έχει αρραβωνιαστικό τον … πως τον είπε;
Η βίλλα δεν του άρεσε καθόλου, του θύμισε το στρατώνα, τι άχαρο πράγμα ήταν αυτό… Εκείνο που τον εντυπωσίασε ήταν τα σκόρπια πάνω σε έπιπλα αντικείμενα που με την πρώτη ματιά του φάνηκαν μιάς κάποιας αξίας, αλλά κι αυτό πάλι τι τον νοιάζει… «Εύκολα στο σούφρωμα, αυτό μας ενδιαφέρει», σκέφτηκε.
Την άλλη μέρα πέρασε από το σπίτι τους στη Μαβίλη και πήρε το θηλυκό μαζί του. Αναμετρήθηκαν, την έβαλε να κάτσει δίπλα του κι όλα καλά, καμμιά αντίρηση, σιγά τον… πως τον είπε; Αλλά και το ίδιο το αφεντικό; Σιγά τον πολυέλαιο.
Ο Αναστάζης στρώθηκε στη δουλειά και στο μεταξύ έβαλε ένα βάζο στο μάτι που απάνω στα γαλανά άνθη του έγραφε Gale (ή Καλέ), τι είναι αυτό πάλι; Πάντως, πολύ του άρεσε: Κόκκινο προς το βυσσινί με γαλανά άνθη, καλός συνδυασμός, εντάξει. Δούλεψε πέντε ώρες φουλ, χωρίς καφέδες και τρίχες και σιγά-σιγά αισθανόταν τη συνηθισμένη του αναστάτωση και λίγο πριν παρατήσει τα πινέλλα και τα χρώματα, άρπαξε το βάζο και το’χωσε στα γρήγορα στο σακίδιό του, που σαν νέος άνθρωπος κι αυτός το’χε στην πλάτη. Μόλις έβαλε το βάζο στη θέση του, ειδική τσέπη για εύθραυστα μέσα στο σακίδιο, ένοιωσε το πουλί του να θέλει ν’ανοίξει το φερμουάρ του πανταλονιού, κι η άλλη τον περίμενε καταξαπλωμένη στον καναπέ, με το τραπέζι μπροστά με ούζα και διάφορα.

«Μμμ.. τι μπινελίκια είναι όλα αυτά;» ρώτησε σοβαρός και ρίχτηκε στον καναπέ δήθεν να ξαποστάσει, έγειρε κι η Βάντα αμέσως έκανε δεκτή την πρόταση. Πήγε να βγάλει τη φούστα της, «Άσε κυρά μου το φουστάνι στη θέση του», ψιθύρισε αυτός έξαλος και της πέταξε τα στήθια έξω. Την καταπιπίλησε γενικώς, σ’όλο το σώμα, μετά έχωσε το κεφάλι του κάτω απ’τη φούστα κι αυτή μοσχοβολούσε η θεόχαζη, ήταν πάντως πολύ ικανοποιημένοι και οι δύο, αν κρίνει κανείς από τις κραυγές τους και καθώς είχαν πέσει κάτω στα πλακάκια και χτυπιόντουσαν βρεθήκανε στο κεφαλόσκαλο και στο φόρτε της κάβλας, μόλις αυτός πλησιάζει να χύσει το ένα πόδι βρέθηκε περασμένο στο κάγκελο της κουπαστής να αιωρείται στο κενό. Και σαν φλας του ήρθε το όνομα του δήθεν αρραβωνιάρη, «ο Πέτια σε γαμούσε τόσο πλούσια;»
«Ο κύριος είναι ανήμπουρος», απάντησε αυτή μέσα στη σύγχυσή της. Σ’αυτή τη θέση και την κατάσταση σηκώθηκε πρώτη και βοήθησε και τον άλλον να ξεμπουρδουκλωθεί και να σηκωθεί όρθιος με το πουλί έξω, αρκετά ζωηρό ακόμη.
Αυτή η δουλειά εξακολούθησε καιρό αρκετό, και αυτός έβαφε και το σπίτι αλάφρωσε από πολλά κομμάτια αξιόλογα αλλά και ψευτοπράγματα.
    Ένα ωραίο πρωί, φτάνοντας με το σαράβαλό του έξω από το σπίτι για να παραλάβει το δουλικό, αντικρύζει από μακρυά μία φιγούρα άλλου είδους. Ήταν η κυρία: Τριανταπεντάρα, λεπτή, με κάτι μαύρα μαλλιά και μάτια όλο φλόγα. «Θεός φυλάξει, τι θέλει αυτή πρωί-πρωί;», σκέφτηκε και σταμάτησε μπροστά της.
--- Καλημέρα κύριε Αναστάζη, κελαϊδάει αυτή, σήμερα θα έρθω εγώ μαζί σας. Η Βάντα είναι άρρωστη.
Ξάφνου, παρουσιάζεται κι ο έμπορος από το γκαμπριολέ του, φωνάζοντας: «Αναστάζη! Πρόσεξε τη γυναίκα μου. Το νου σου πως θα οδηγείς μ’αυτό το ερείπιο, σου είπα γλυκειά μου να πάρεις το δικό σου αλλά εσύ επιμένεις να μπεις σ’αυτή τη σακαράκα. Αναστάζη, στο δρόμο θα πάρετε μία άλλη γυναίκα να σε περιποιηθεί. Εγώ θα έρθω κατά τις τέσσερεις να παραλάβω τη σύζυγο».

Κατέβηκε και της άνοιξε την πόρτα να μπει, σα βασίλισσα φερόταν. Μπρος ή πίσω θα καθήσει; Ωραία, μπήκε και θρονιάστηκε στου συνοδηγού τη θέση, ξυνίζοντας λίγο τη μούρη της. Σιγά που θα πάρει το καλό του το αυτοκίνητο το ασημί, στη δουλειά. Αυτό μυρίζει βερνίκι όλων των ειδών κι είναι μια χαρά. Το άρωμά της τα σκέπασε όλα , βέβαια. Φορούσε μία φουστίτσα τόση δα, και ένα μπλουζάκι κόκκινο του σκοτωμού. Καθόλου δεν τον ενέπνεε η εμφάνισή της. Ήταν όμως καλό κομμάτι, πολυτελείας. Για να δούμε αυτή που θα πάρουμε από το δρόμο, τι θα είναι… Σε όλη τη διαδρομή δεν έβγαλε κουβέντα από το στόμα της. Κι αυτός επίσης. Η γιαγιά του λέει -πάντα να μη ‘ρίχνει’ τη θέση του στους πλούσιους, μακάρι κι ο ίδιος ο βασιλέας να είναι. Ένοιωθε όμως ο Αναστάσης το γοφό της στο πλευρό του αρκετά κολλημένο, εξ επίτηδες το κάνει ή του φαίνεται; Έπειτα, από το δρόμο δεν πήρανε καμμιά κοπέλα.
Εκείνη πάλι, από τις περιγραφές της Βάντα, δεν τον έβρισκε και τόσο ‘ενεργητικό’, ωραίος είναι η αλήθεια αυτή, κι ανάστημα έχει και δεμένος αρκετά χωρίς να είναι καν παχουλός. Κι αυτό το ανοιχτόχρωμο μαλλί… Όμως αυτά που έχει κλέψει δεν του άξιζαν και τόσο, τι είναι στο κάτω-κάτω; Ένας μπογιατζής που κάνει τον κάργα. Αυτά που έχει πάρει είναι αρκετά για να τον εκβιάσει και να κάνει και τους δυό τους τούρμπο… να μάθει αυτός να γαμάει στο τσάμπα, το παλιοκαθίκι. Θα τον κάνει αυτή να τα πουλήσει όλα τα κλεμένα για να της αγοράσει εκείνο το περίφημο ρουμπίνι που ο κοσμηματοπώλης της το δίνει, είναι σίγουρη σε διπλή τιμή, κι αυτός ο άντρας ο ‘μαραμένος’ δεν…ενδίδει. Καλά, θα δούμε. Πρέπει να λογαριαστεί και με τη Βάντα. Ελπίζει μέχρι τις τρεις να έχουν τελειώσει όλα, πριν καταφθάσει ο κερατάς, το καϋμενούλι, όχι δεν είναι κακός.

Σκεφτόταν κι όλο και πλησίαζε το γυμνό μηρό της στο τζην του, αλλά αυτός έδειχνε πως καρφί δεν του καιγόταν.
Φτάνοντας στη βίλλα, ο Αναστάζης πήγε βιαστικός ν’αλλάξει και να αρχίσει την εργασία του, να κάνει λίγο επίδειξη εργατικότητας και σοβαρότητας κι έπειτα, σήμερα, έμπαινε στο σαλόνι ένα παλιόπραμα μακρυνάρι κι έπρεπε να ξεπατωθεί να τραβήξει τα έπιπλα στη μέση, όλα σκεπασμένα με άσπρα σεντόνια σαν πτώματα κι ένα παλιό χαλί στο πάτωμα για πέταμα το είχανε, να μη λερώσουν τα μαύρα μάρμαρα, άλλο πάλι αυτό το χαροκαμένο χρώμα, καθόλου δεν τον ενέπνεε για ερωτοκυλίσματα..., «Ουστ απ’εκεί!», αποτελείωσε δυνατά τις σκέψεις του.
Δούλεψε το πεντάωρό του με το δικό του στυλ, κάνοντας τέλεια την εργασία του και με τρόπο μόλις κατέβηκε από τη σκαλωσιά, πήγε προς το τραπεζάκι όπου από κάτω λαμποκοπούσε ένα τασάκι-σταχτοδοχείο. Έβαλε το χέρι από κάτω, μία κίνηση τόσο αρσενική, σαν κάτω από τα φουστάνια μιάς γυναίκας, το πήρε και πήγε και το’χωσε στο σακίδιό του, με μεγάλη ένταση, δεν ήξερε τι να κάνει, του έλειπε η Βάντα και πήγε προς την κρεββατοκάμαρη να κόψει κίνηση, να δει που έβοσκε η κυρία η όμορφη… μα μόλις μπήκε μέσα… «Χριστέ μου! Βοήθα Παναγιά!», τη βρήκε ξεβράκωτη στο κρεββάτι, ολόγυμνη Αφροδίτη.
--- Σκεπάσου κυρά μου, της φώναξε έξαλος από πόθο, άντρας μπήκε μέσα!

Κι αυτή, γελώντας άρπαξε ένα λουλουδάτο σεντόνι και τυλίχτηκε ολόκληρη μ’αυτό. Ο Αναστάζης όρμηξε ανεξέλεγκτος κι αλόγιστος άρχισε να τη φιλά με μανία χώνοντας το κεφάλι του στιγμές-στιγμές κάτω από το σεντόνι κι αυτή με γελάκια και κατακαυλωμένη άρχισε να αναστενάζει, μύριζαν όλα απάνω της κι ο Αναστάζης τα’χε δώσει όλα. Μούγκριζε σαν ταύρος και λέγοντας διάφορες κουβέντες, ταύρος ομιλών πλέον, «δώσμου τα χείλη σου μωρό μου», κι άλλα χείλη εννοούσε… πάνω σ’αυτό το σημείο ένοιωσε πως κάποιος σκαρφάλωνε στην πλάτη του, κάποια γνωστή μυρωδιά, έβγαλε το κεφάλι κάτω απ’το σεντόνι κι αντίκρυσε τη Βάντα ολόγυμνη κι αυτή, έμπηξε μια φωνή κι ένοιωσε να του πέφτει η πούτσα, αλλά είχε την ψυχραιμία να φωνάξει, «Δε σου’πα μωρή να μη γδύνεσαι;» Αυτή γελώντας και αναμμένη τριβόταν στον πισινό του και τέλος πάντων, σε λίγο και οι δυό μαζί τον απόγδυσαν και του ρίχτηκαν βγάζοντας κραυγές, ευτυχώς που βρίσκονταν στην εξοχή, τον έγλειφαν και τον φιλούσαν σε όλο του το κορμί κι ο Αναστάζη έλεγε μέσα στη χάση του: «Μακάρι βρε πουτανίτσες να είχα τέσσερα χέρια και δύο πούτσους!», κι ως που καταμπλέχτηκαν με έναν τρόπο απόλυτα σεξιστικό και λίγο αστείο, ουρλιάζοντας και οι τρεις, λέγοντας λόγια: «Τώρα χύνω, τώρα έχω το μουνί γεμάτο, τώρα ‘κείνο, τώρα τ’άλλο…», ξεθεωμένοι έφτασαν στο τέρμα κι ως να συνέλθουν μπούκαρε ο έμπορας και άρχισε να τραβάει τα μαλλιά του.
---Ωχού, κακό που μ’ήβρε! Φώναξε και γύρισε κι έβγαλε το κινητό του, πήρε το εκατό, και ποιος να τον σταματήσει που κι οι τρεις νομίζανε πως βλέπανε βίντεο…
    Τη ‘νύφη’ την πλήρωσε ο Αναστάζης βέβαια. Αυτές ισχυρίστηκαν πως αυτός τη βίαζε εκείνη τη στιγμή, πως ήταν κλέφτης και βιτσιόζος κι όλα μπορούσε να τα αρνηθεί ο Αναστάζης, εκτός απ’τις κλοπές.
    Πίσω από τα κάγκελα τώρα, απειλεί θεούς και δαίμονες κι έχει παρηγοριά του τη γιαγιά… Έννοια σου θα τις κανονίσει όταν βγει από τη φυλακή, θα τους ‘πετάξει’ τα μάτια έξω, θα…, θα… «Κακοπαιδίον όμως κι εσύ», του απαντά σιγανά η νόννα του.


  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου